Αρχείο άρθρων με διάφορα θέματα, από διάφορες πηγές και διάφορους συγγραφείς, καθώς και ειδήσεων από τους χώρους της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας.

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Μελετώντας τον τρόπο που οι Επιστήμονες Ερευνούν

Πηγή: Wired Magazine (Από το tvxs.gr 18 Ιανουαρίου 2010)
Ο Kevin Dunbar είναι ένας ερευνητής ο οποίος μελετά τον τρόπο που οι επιστήμονες ερευνούν – το πως αποτυγχάνουν και επιτυγχάνουν. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια έρευνα άνευ προηγουμένου: να παρατηρεί τέσσερα εργαστήρια βιοχημείας του Πανεπιστημίου του Stanford.
Αρκετοί φιλόσοφοι έχουν ασχοληθεί με την δημιουργία των θεωριών για το πώς συμβαίνει η επιστήμη, αλλά ο Dunbar θέλησε να πάει παραπέρα από τη θεωρία. Γνώριζε ότι οι επιστήμονες συχνά δεν σκέφτονται με τον τρόπο που υπαγορεύουν τα εγχειρίδια, άλλωστε πιστεύει αυτό που είπε ο Richard Feynman: «η φιλοσοφία της επιστήμης είναι περίπου τόσο χρήσιμη στους επιστήμονες όσο είναι και η ορνιθολογία στα πτηνά». Έτσι, ξεκίνησε μια έρευνα in vivo, επιχειρώντας να μάθει από την ακαταστασία των πραγματικών πειραμάτων.
Έτσι, πέρασε τον επόμενο χρόνο παρατηρώντας έγγραφα και δοκιμαστικούς σωλήνες: οι ερευνητές ήταν το κοπάδι του κι ο ίδιος ορνιθολόγος. Κατέγραψε συζητήσεις από τα συνεδριάσεις των επιστημόνων, διάβασε σπουδαίες προτάσεις και προσχέδια εργασιών, έριξε ματιές σε σημειωματάρια, παρακολούθησε συναντήσεις στα εργαστήρια, βιντεοσκόπησε συνεντεύξεις. Πέρασε τέσσερα χρόνια αναλύοντας τα δεδομένα.
Παρόλο που οι ερευνητές χρησιμοποιούσαν κατά κύριο λόγο καθιερωμένες τεχνικές, το 50% τουλάχιστον των δεδομένων τους ήταν απρόσμενο (ενώ σε ορισμένα εργαστήρια ξεπερνούσε και το 75%). «Οι επιστήμονες είχαν αυτές τις λεπτομερείς θεωρίες σχετικά με αυτό που υπετίθετο ότι θα συνέβαινε, αλλά τα αποτελέσματα διαρκώς αντιτασσόταν στις θεωρίες τους. Δεν ήταν ασυνήθιστο για κάποιον να περάσει ένα μήνα πάνω σε ένα σχέδιο και μετά τα πετάξει στα σκουπίδια τα δεδομένα, γιατί απλά δεν έβγαζαν νόημα.
Αυτά τα στατιστικά στοιχεία συνεπήραν τον Dunbar. Η επιστημονική διαδικασία άλλωστε υποτίθεται ότι είναι μια οργανωμένη και τακτική αναζήτηση της αλήθειας, γεμάτη καλαίσθητες υποθέσεις και μεταβλητές ελέγχου/ Παρόλα αυτά, όταν παρατηρούνται από κοντά τα πειράματα αυτή η εξιδανικευμένη εκδοχή του εργαστηρίου κατέρρεε, και την θέση της έπαιρνε ένα ατέλειωτο απόθεμα απογοητευτικών εκπλήξεων.
«Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι τσαπατσούληδες. Εργάζονται σε ορισμένα από τα καλύτερα εργαστήρια του κόσμου. Αλλά τα πειράματα σπάνια μας λένε αυτά που νομίζουμε ότι θα μας πουν. Αυτό είναι το βρώμικο μυστικό της επιστήμης», λέει ο Dunbar.
Πως αντιδρούν όμως οι επιστήμονες σε αυτά τα αναπάντεχα δεδομένα; Πως χειρίζονται την αποτυχία; Ο Dunbar συνειδητοποίησε ότι η ευρεία πλειοψηφία των ανθρώπων στα εργαστήρια ακολουθούσε την ίδια βασική στρατηγική. Πρώτα, έριχναν το φταίξιμο στη μέθοδο. Το αναπάντεχο εύρημα ταξινομείτο ως απλό λάθος, ίσως λόγω του μηχανήματος ή ενός χαλασμένου ενζύμου. Μετά επαναλάμβαναν προσεκτικά το πείραμα. Μερικές φορές το παράξενο εύρημα εξαφανιζόταν και το πρόβλημα δεν υπήρχε πια. Αλλά συνήθως κάτι το παράξενο συνέχιζε να παρουσιάζεται, μια ανωμαλία που δεν εξαφανιζόταν.
Αυτό είναι το σημείο που τα πράγματα αποκτούν ενδιαφέρον. Σύμφωνα με τον Dunbar, ακόμη και μετά από πολλαπλή παραγωγή του «σφάλματος», οι επιστήμονες συνήθως δεν ακολουθούσαν αυτό το στοιχείο. «Δεδομένου του συνόλου των αναπάντεχων ευρημάτων στην επιστήμη, είναι απλά ανέφικτο να διερευνηθούν όλα» λέει ο Dunbar. «Πρέπει να διαλέξουν τι είναι ενδιαφέρον και τι όχι, αλλά συνήθως επιλέγουν λάθος». Κι έτσι το αποτέλεσμα του πειράματος συνήθως καταλήγει στον κάδο. Οι επιστήμονες είχαν ανακαλύψει ένα νέο δεδομένο αλλά το αποκάλεσαν αποτυχία.
Στην απόπειρά του να κατανοήσει περαιτέρω το πώς οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τα παράφωνα δεδομένα, ο Dunbar πραγματοποίησε ορισμένα δικά του πειράματα. Σε μια μελέτη του 2003, έβαλε τελειόφοιτους του Dartmouth College να παρακολουθήσουν δυο μικρά βίντεο που δείχνουν δυο μπάλες, διαφορετικού μεγέθους, να πέφτουν. Το υλικό ήταν μια αναπαραγωγή του διάσημου και ίσως απόκρυφου πειράματος του Γαλιλαίου, κατά το οποίο έριξε μπάλες κανονιού διαφορετικού μεγέθους από τον Πύργο της Πίζας. Οι μεταλλικές μπάλες προσγειώθηκαν όλες ταυτόχρονα – μια διάψευση του Αριστοτέλη, ο οποίος υποστήριξε ότι τα βαρύτερα αντικείμενα έπεφταν πιο γρήγορα.
Ο Dunbar ζήτησε από τους φοιτητές ενώ παρακολουθούσαν το υλικό, να επιλέξουν την πιο ακριβή αναπαράσταση της βαρύτητας. Χωρίς εκπλήξεις, οι τελειόφοιτοι χωρίς σχέση με τη Φυσική διαφώνησαν με τον Γαλιλαίο. Θεώρησαν μη ρεαλιστική την εκδοχή ότι οι δυο μπάλες έπεφταν με τον ίδιο ρυθμό. Επιπλέον, ο Dunbar παρακολουθούσε τους φοιτητές με ένα μηχάνημα fMRI (μετράει την αιμοδυναμική ανταπόκριση στον εγκέφαλο), ανακάλυψε ότι στους τελειόφοιτους εκτός Φυσικής, κατά την παρακολούθηση του σωστού βίντεο, πυροδοτούνταν μια συγκεκριμένη σειρά εγκεφαλικών ενεργειών. Υπήρχε δραστηριότητα στο τμήμα του εγκεφάλου ACC το οποίο τυπικά συνδέεται με την αντίληψη σφαλμάτων και αντιφάσεων.
Μέχρι στιγμής, είναι προφανές: οι τελειόφοιτοι είναι αγράμματοι επιστημονικά. Αλλά ο Dunbar προχώρησε επίσης στο ίδιο πείραμα με τελειόφοιτους στην Φυσική. Όπως ήταν αναμενόμενο, η μόρφωσή τους τους επέτρεψε να εντοπίσουν το σφάλμα, κι έτσι ήταν το εσφαλμένο βίντεο που ενεργοποίησε το τμήμα ACC.
Υπάρχει ακόμα μία περιοχή του εγκεφάλου που μπορεί να ενεργοποιηθεί καθώς επεξεργαζόμαστε την πραγματικότητα, ο πλαγιοπίσθιος προμετωπικός φλοιός ή αλλιώς DLPFC. Βρίσκεται ακριβώς πίσω από το μέτωπό μας και είναι ένα από τα τελευταία μέρη του εγκεφάλου που αναπτύσσεται στους ενήλικους. Παίζει κρίσιμο ρόλο στην καταστολή των αποκαλούμενων ανεπιθύμητων αναπαραστάσεων, να ξεφορτώνεται τις σκέψεις που δεν συνάδουν με τις αντιλήψεις μας. Αυτό το σημείο για τους επιστήμονες είναι πρόβλημα.
Όταν οι φοιτητές Φυσικής είδαν το αριστοτελικό βίντεο, το DLPFC ενεργοποιήθηκε και γρήγορα διέγραψαν την εικόνα από το υποσυνείδητό τους. (Όταν το DLPFC έχει υποστεί ζημιά, οι άνθρωποι συχνά παλεύουν για να συγκεντρωθούν, αφού δεν μπορούν να φιλτράρουν τα άσχετα ερεθίσματα). Το DLPFC λογοκρίνει συνέχεια τον κόσμο, διαγράφοντας γεγονότα από τις εμπειρίες μας. Αν το ACC είναι το κύκλωμα για τον εντοπισμό σφαλμάτων, το DLPFC είναι πλήκτρο Delete.
Αυτό δείχνει ότι δεν αναπαράγονται ακριβώς ίδια όλα τα δεδομένα στο μυαλό μας: όταν πρόκειται για την ερμηνεία των πειραμάτων, βλέπουμε αυτό που θέλουμε και αγνοούμε τα υπόλοιπα. Οι φοιτητές Φυσικής, για παράδειγμα, δεν είδαν το βίντεο και αναρωτήθηκαν αν ο Γαλιλαίος έχει δίκιο. Αντίθετα, επέδειξαν πίστη στη θεωρία και αγνόησαν ότι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν. Η πίστη, με άλλα λόγια, είναι ένα είδος τύφλωσης.
Ενώ η επιστημονική διαδικασία θεωρείται τυπικά ως μια μοναχική επιδίωξη, οι ερευνητές λύνουν μόνοι τους προβλήματα, ο Dunbar ανακάλυψε ότι οι περισσότερες επιστημονικές ιδέες προέκυπταν στις συναντήσεις στα εργαστήρια, σε αυτές τις εβδομαδιαίες συνεδρίες κατά τις οποίες οι άνθρωποι παρουσιάζουν δημοσίως τα δεδομένα τους. Αυτό που είχε ενδιαφέρον ήταν ότι το πιο σημαντικό πράγμα στις συναντήσεις αυτές δεν ήταν τα όσα παρουσιαζόταν αλλά ο διάλογος που ακολουθούσε. Ο Dunbar παρατήρησε ότι οι (ενίοτε θερμές) ερωτήσεις των σκεπτικιστών συχνά πυροδοτούσαν σημαντικές εξελίξεις, καθώς οι επιστήμονες αναγκαζόταν να αναθεωρήσουν δεδομένα που είχαν πριν αγνοήσει. Η νέα θεωρία ήταν προϊόν μιας αυθόρμητης συζήτησης, όχι μοναξιάς.
Γι’ αυτό οι άλλοι άνθρωποι μπορούν προσφέρουν τόση βοήθεια: μας σοκάρουν και βγαίνουμε από τις αντιληπτικές συνήθειες μας. «Το είδα να συμβαίνει επανειλημμένα. Ένας επιστήμονας να προσπαθεί να εξηγήσει την προσέγγισή του, οι άλλοι να είναι αμυντικοί, και μετά να έχουν αυτήν προβληματισμένη έκφραση στο πρόσωπό τους. Σαν να κατάλαβαν επιτέλους τι ήταν το σημαντικό».
Αυτό που προέκυψε να είναι τόσο σημαντικό, φυσικά, ήταν το αναπάντεχο αποτέλεσμα, η έκβαση του πειράματος που γινόταν αντιληπτή ως λάθος. Η απάντηση ήταν εκεί εξαρχής – απλά το απέκρυπτε η ατελής θεωρία και ο στενόμυαλος εγκέφαλός μας. Με άλλα λόγια, ο Bob Dylan έχει δίκιο: «Δεν υπάρχει επιτυχία σαν την αποτυχία».

Σάββατο 6 Ιουνίου 2009

Ας συμφιλιωθούμε με τον Δαρβίνο και τη φύση μας

Από τον Ελευθέριο Ζούρο (ομότιμο καθηγητή Εξελικτικής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ.


Η διπλή επέτειος για τον Δαρβίνο (200 χρόνια από τη γέννησή του, 150 από τη δημοσίευση της Καταγωγής των Ειδών) γιορτάζεται σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο - και η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο λόγος είναι ότι ο Δαρβίνος απομυθοποίησε τον άνθρωπο και ανέδειξε την αληθινή πηγή της ταπεινότητας που πρέπει να τον διακρίνει.
Η θεωρία της εξέλιξης είναι ένα σώμα γνώσης που υποστηρίζεται από τα δεδομένα όλων των φυσικών επιστημών. Εχει για τη βιολογία την ίδια ερμηνευτική ισχύ που η θεωρία της κβαντομηχανικής έχει για τη φυσική. Ομως, πρόσφατες δημοσκοπήσεις έδειξαν ότι στη χώρα μας το ποσοστό αποδοχής της είναι από τα χαμηλότερα, πιο ψηλά μόνο σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Τουρκία. Το «γιατί» δεν βρίσκεται στην επιστημονική εγκυρότητα. Δεν καταλαβαίνουμε την κβαντομηχανική, όμως τη δεχόμαστε γιατί έχει γίνει πλήρως αποδεκτή από τους φυσικούς και βλέπουμε τις εφαρμογές της.
Η εξέλιξη είναι επίσης πλήρως αποδεκτή από τους βιολόγους και απολαμβάνουμε τις εφαρμογές της. Τα βακτήρια δεν παράγουν ινσουλίνη. Ομως η ινσουλίνη παράγεται σήμερα από ένα βακτήριο στο οποίο έχει εμφυτευθεί το γονίδιο της ινσουλίνης του ανθρώπου. Αυτό δεν θα ήταν δυνατό αν το βακτήριο και ο άνθρωπος δεν είχαν τον ίδιο μηχανισμό παραγωγής πρωτεϊνών από το DNA. O μηχανισμός είναι ίδιος, γιατί τα δύο είδη έχουν κοινή καταγωγή. Η κοινή καταγωγή και η εξέλιξη δισεκατομμυρίων ετών εξηγούν γιατί ο άνθρωπος διαφέρει τόσο πολύ από το βακτήριο ενώ βιοχημικά είναι σχεδόν ίδιος.
Γιατί λοιπόν η δυσπιστία για τη θεωρία της εξέλιξης; Οχι για την ασυμφωνία με τα βιβλικά κείμενα - αυτό δεν ενοχλεί τις περισσότερες θρησκείες που έχουν δεχθεί τον νεοδαρβινισμό σιωπηρά ή επισήμως. Ο λόγος είναι ότι η θεωρία της εξέλιξης δεν απαιτεί μια υπερφυσική δύναμη για να εξηγήσει το φαινόμενο της ζωής. Η φυσική επιλογή, δρώντας πάνω στην γενετική διαφορετικότητα που προκύπτει από το τυχαίο και αναπόφευκτο λάθος του διπλασιασμού της γενετικής πληροφορίας, μπορεί με μικρά και συνεχή βήματα να συναρμολογήσει ολοένα και πιο σύνθετες μορφές.
Το αποτέλεσμα είναι αξιοθαύμαστο, όμως δεν είναι θαύμα. Πρώτον, γιατί είναι εξηγήσιμο και, δεύτερον, γιατί πολύ απέχει από το να είναι τέλειο. Ολοι οι οργανισμοί έχουν ατέλειες και αυτό δεν το περιμένουμε από έναν αλάθητο σχεδιαστή. Γι’ αυτό και η θεωρία του ευφυούς σχεδιασμού είναι απαξιωτική για τον σχεδιαστή που υπονοεί. Αν δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει σκοπός. Τελεολογία είναι το να βλέπουμε σκοπό πίσω από κάθε τρεμούλιασμα κάθε φύλλου κάθε δένδρου. Η επιστήμη μάς απάλλαξε από την τελεολογία, τουλάχιστον για τα φαινόμενα του άβιου κόσμου. Δεν χρειαζόμαστε πια έναν Δία για να ερμηνεύσουμε τον κεραυνό. Δεν ισχύει το ίδιο για τον έμβιο κόσμο, γιατί είμαστε και εμείς μέρος του και απαιτούμε σκοπό για τον εαυτό μας. Ομως, δεν μπορούμε να έχουμε άλλες ερμηνευτικές αρχές για τη φυσική και άλλες για τη βιολογία. Ας δεχθούμε λοιπόν την εξέλιξη, αφού χωρίς εξέλιξη η βιολογία είναι αδιανόητη, όσο και αν πάει ενάντια στα ένστικτα και τις επιθυμίες μας, και ας πάψουμε να φωνασκούμε κατά του Δαρβίνου παίζοντας τον ρόλο αυτών που πριν από 400 χρόνια φωνασκούσαν κατά του Γαλιλαίου.

Εξέλιξη και αθεΐα
Oύτε ισχύει ο ισχυρισμός ότι η αποδοχή της θεωρίας της εξέλιξης οδηγεί στην αθεΐα και η αθεΐα στην κατάλυση της ηθικής. Ο Δαρβίνος ήταν αγνωστικιστής, ο Θεοδόσιος Ντομπζάνσκι, κορυφαίος εξελικτικός του 20ού αιώνα, δεχόταν την ύπαρξη Θεού, ενώ ο Φράνσις Κρικ, ο συν-ανακαλυπτής της δομής του DNA, ήταν άθεος. Τρεις υπηρέτες της εξέλιξης με διαφορετικές απαντήσεις στο περί Θεού ερώτημα. Οσο για το ότι η αθεΐα οδηγεί στην ανηθικότητα, ισχύει μόνο γι’ αυτούς που εκλαμβάνουν την ηθική όχι ως ελεύθερη επιλογή αλλά ως δογματική επιταγή. Δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε σήμερα ότι η ηθικότητα ενός ατόμου είναι συνάρτηση της θρησκευτικότητάς του ούτε ότι οι θεοκρατικές κοινωνίες είναι πιο ηθικές από τις εκκοσμικευμένες. Μάλιστα, οι κοινωνίες που αντιστρατεύονται τη θεωρία της εξέλιξης είναι συνήθως αυτές όπου εμφωλεύουν οι κοινωνικές διακρίσεις και ο φονταμενταλισμός.
Μπορούμε όμως να συμφωνήσουμε στο ότι η απληστία και ο φανατισμός αποτελούν ίσως τις δύο μεγαλύτερες πληγές της ανθρωπότητας, έναν ειδεχθή εγωκεντρισμό με δύο όψεις: τη βιολογική (απληστία) που απειλεί τη βιολογική τροφή μας, τον πλανήτη μας, και την κοινωνική (φανατισμός) που απειλεί την κοινωνική τροφή μας, την πολιτισμική μας διαφορετικότητα. Μέσα από τη θεωρία της εξέλιξης μπορούμε να δούμε ολοκάθαρα, πιο καθαρά από οποιοδήποτε άλλο πρίσμα, ποιες ήταν οι δυνάμεις που μας έφεραν στο σημείο που είμαστε, να τις κατανοήσουμε και να τις τιθασεύσουμε. Ας συμφιλιωθούμε, λοιπόν, με τον Δαρβίνο, ας συμφιλιωθούμε με τη φύση μας και τη Φύση.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Υπάρχουν και «golden» μποζόνια;

Tου Τακη Καμπυλη
Eνα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ ήταν η λεγόμενη Δίοδος Χο Τσι Μινχ. Ενα δίκτυο ανεφοδιασμού των Βιετκόνγκ, πολύπλοκο όσο τα νεύρα σ’ ένα φύλλο δέντρου, με τα σημαντικότερα σημεία του στο έδαφος μιας τρίτης χώρας, του Λάος. Ο πολλαπλασιασμός τών βομβαρδισμών δεν έφερνε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, αφού με τον θόρυβο των μεγάλων βομβαρδιστικών οι εφοδιοπομπές διασκορπίζονταν στην πυκνή βλάστηση. Οι πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις, που έφτασαν τότε στα γραφεία του υπουργείου Αμυνας των ΗΠΑ, ήταν αυτές που προέβλεπαν ένα μίνι Σινικό Τείχος, έναν τεράστιο φράχτη με φυλάκια και ραντάρ. Αλλά οι άνθρωποι του «Ιάσονα» είχαν την καλύτερη λύση. Ο «Ιάσονας» ήταν μια μεγάλη ομάδα διακεκριμένων επιστημόνων (κυρίως από το ΜΙΤ και το UCLA), οι οποίοι περίπου για μια δεκαετία ενεργούσαν υπό τις εντολές της στρατιωτικής ηγεσίας των ΗΠΑ. Η δράση τους, οι συναντήσεις τους και τα σχέδιά τους παρέμειναν μυστικά, παρά την εμπλοκή δεκάδων επιστημόνων. Μόλις το 2006 εκδόθηκε μια αρκετά πλήρης έρευνα της δράσης της ομάδας από την Ann Finkbeiner (Πανεπιστήμιο Τζ. Χόπκινς). Η πρόταση ήταν να διασπαρούν σε μεγάλη έκταση αισθητήρες θορύβου, οι οποίοι θα ειδοποιούσαν τα αεροπλάνα που περιπολούσαν και από κει σ’ έναν κεντρικό υπολογιστή, ο οποίος θα καθοδηγούσε τα βομβαρδιστικά.

Big Science και CERN
Η Φυσική απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης Big Science ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με το σχέδιο Μανχάταν. Μεγάλα «πρότζεκτ», μεγάλες ομάδες, μεγάλα κεφάλαια, μεγάλες εγκαταστάσεις (και συνήθως με έναν στρατηγό επικεφαλής). Με την ανατολή της εποχής της (Μοριακής) Βιολογίας η μόνη αλλαγή που έγινε ήταν να αλλάξει ο επικεφαλής. Μετά τον Στρατό (που παραμένει ενεργός σε κολοσσιαία επιστημονικά προγράμματα) η σύγχρονη Big Science εξαρτάται (επιβάλλεται) κυρίως από τη φαρμακοβιομηχανία.
Τα ερωτήματα γι’ αυτή την εξέλιξη που όλο και περισσότερο συνεχίζει να μονοπωλεί και να κατευθύνει την (πρώην;) ανεξάρτητη πανεπιστημιακή έρευνα έχουν τεθεί ήδη εδώ και δυο τρεις δεκαετίες. Ο αντίλογος είναι επίσης ισχυρός. Για παράδειγμα οι τεράστιες μηχανές (όχι όλες!) χρειάζονται στην επιστήμη, αλλά αυτές δεν μπορούν να κατασκευασθούν από ένα πανεπιστήμιο ή ανεξάρτητους ερευνητές. Και προφανώς ήταν αναγκαία η κατασκευή στα τέλη της δεκαετίας του ’50 της Bevatron με την οποία ο συμπατριώτης μας Τομ Υψηλάντης κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο πείραμα αντιύλης – και μεταξύ άλλων την ανακάλυψη του αντι-πρωτόνιου.
Ομως, όπως εξηγεί ο Ιων Σιώτης (φυσικός σωματιδίων –ή υψηλών ενεργειών– πρώην πρόεδρος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών), στη συνέχεια κατασκευάστηκαν αρκετές πολύ ισχυρότερες ενεργειακά από την Bevatron χωρίς πάντως να υπάρχει και σπουδαίος λόγος: «Μόνο δύο φορές στη μεταπολεμική ιστορία της Φυσικής κατασκευάστηκαν μεγάλες μηχανές που είχαν προγραμματιστεί για να ανακαλύψουν κάτι. Δηλαδή περιμέναμε στο εργαστήριο να ανακαλύψουμε ό,τι ήδη είχαμε ανακαλύψει και βεβαιώσει με τη θεωρία. Για παράδειγμα ο Τομ Υψηλάντης γνώριζε τη “μάζα” του “σωματιδίου” που έψαχνε».
Η επόμενη (η δεύτερη) υπερ-μηχανή κατασκευάστηκε περίπου τρεις δεκαετίες μετά, στο CERN, με στόχο τον εντοπισμό (επιτυχής) δυο τριών «σωματιδίων» μεταξύ των οποίων το Ζ0.
Η τρίτη υπερ-μηχανή που κατασκευάζεται με προδιαγεγραμμένο στόχο είναι και πάλι στο CERN, που αναζητεί το μποζόνιο του Χιγκς. Το, θεωρητικά, ελάχιστο «σωματίδιο». (Κι ας έγραφε ο Επίκουρος, περισσότερο επίκαιρος από ποτέ, πως πρόκειται για μια διαδικασία χωρίς πραγματικό τέλος).
Ομως, η πρόσφατη βλάβη στο τούνελ των γαλλοελβετικών συνόρων δείχνει μια πολύ ενδιαφέρουσα πλευρά αυτών των κολοσσιαίων πειραμάτων και αποτελεί μια νέα αφορμή για να εκφραστεί ο προβληματισμός της επιστημονικής κοινότητας γύρω από την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της Big Science.

Είναι… ηλίου φαεινότερον;
Κατά κάποιο τρόπο όλα ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν με την ανακάλυψη του ηλίου, του άχρωμου και άοσμου αερίου που αντικατέστησε σε αρκετές εφαρμογές το υδρογόνο. Λοιπόν, το ήλιο χρησιμοποιήθηκε στο πρόσφατο πείραμα για να κρατηθεί η θερμοκρασία περίπου στους -260 βαθμούς C. Ενα μικρό πρόβλημα ανάμεσα σε δύο μαγνήτες από τους χιλιάδες που χρησιμοποιούνται στον υπερεπιταχυντή είχε τέτοιες αλυσιδωτές –δυνητικά– επιπτώσεις που χρειάστηκε να αποκλειστεί μια μεγάλη έκταση του τούνελ και ουσιαστικά να σταματήσει το πείραμα. Αλλά, σ’ ένα τέτοιου μεγέθους πείραμα, το μικρότερο πρόβλημα είναι ικανό να ακινητοποιήσει τις χιλιάδες των ερευνητών, τεχνικών και διοικητικών για μήνες. Για παράδειγμα, στη συγκεκριμένη περίπτωση έπρεπε ο χώρος να επανέλθει σε «φυσιολογικές» θερμοκρασίες, ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση. Ηδη εκφράζονται από αρκετούς ειδικούς επιφυλάξεις κατά πόσον το πείραμα θα συνεχιστεί τον Ιούλιο, όπως ανακοινώθηκε κι όχι τον Οκτώβριο. Και πάντως, τα τελικά αποτέλεσματα αναμένονται πλέον μετά το τέλος του 2010.
Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί πως ο σκεπτικισμός που όλο και συχνότερα αναπτύσσεται για τέτοια φαραωνικά πρότζεκτ έχει να κάνει με την αμφισβήτηση της σημασίας εντοπισμού του μποζονίου Χιγκς. Η ένσταση βρίσκεται στο σύστημα που προέβαλλε την εμπορική αναζήτηση ως τη λυδία λίθο της Φυσικής των αρχών του 21ου αιώνα.
Ο Κώστας Γαβρόγλου (καθηγητής Ιστορίας των Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών) εξηγεί πως η συζήτηση ξεκίνησε από ένα ανησυχητικό φαινόμενο: «Είναι θλιβερό εδώ και μερικά χρόνια, και ιδίως στον χώρο της Βιολογίας, να έχουν πολλαπλασιαστεί οι επιστημονικές ανακοινώσεις, αλλά να έχουν υποπολλαπλασιαστεί οι αναφορές σ’ αυτές. Οταν κάθε χρόνο στις 1.000 ανακοινώσεις μόλις το 2% αναπαράγονται ως αναφορές (τα νούμερα είναι ενδεικτικά) αυτό στην πράξη σημαίνει είτε ότι οι 980 δημοσιεύσεις περνούν απαρατήρητες, είτε ότι είναι άχρηστες».

Τι τρέχει λοιπόν;
Ολο και περισσότερο η έρευνα υποκύπτει σε προαποφασισμένες αποστολές. Ολο και περισσότερο ο ερευνητής χρειάζεται να είναι μάνατζερ που θα εξασφαλίσει χρήματα για τα πειράματα του εργαστηρίου του. Και, όλο και περισσότερο, δημιουργείται μια σκληρή και κλειστή ιεραρχία στην οποία δεν έχουν θέση όσοι νομίζουν ότι θα εφεύρουν πως θα ανακαλύψουν. Ο στόχος της ανακάλυψης συνήθως είναι προδιαγεγραμμένος με προ-κοστολόγηση, αλλά και προϋπολογισμό κερδών. Ενα ερευνητικό προλεταριάτο, ανώνυμο και υποταγμένο, συνωστίζεται στις μεγάλες ομάδες των εκατοντάδων ερευνητών. Στην κορυφή αυτών των πυραμίδων οι επιστήμονες-κράχτες ένα πράγμα δεν μπορούν να ανεχθούν: τη λοξοδρόμηση της έρευνας. Ο,τι έχει προεξοφληθεί δεν αμφισβητείται. Με κάθε τρόπο. Χαρακτηριστικά, ο Ιων Σιώτης θα υπενθυμίσει τη σχετικά πρόσφατη κρίση με τις «έρευνες - μαϊμούδες». Ερευνητές που πιέζονταν για αποτελέσματα, ώστε να συνεχιστεί η χρηματοδότηση έδιναν ως πειραματικά αποδεδειγμένες τις θεωρητικές εικασίες. Ή, λέει ο Κώστας Γαβρόγλου, δημοσίευαν πλαστά δεδομένα. Αν για παράδειγμα κάποιος είχε αποτελέσματα στα πέντε από τα π.χ έντεκα προγράμματα, ανακοίνωνε επιτυχία και στα έντεκα. Για έναν λόγο: για να μην χάσει την (ιδιωτική) χρηματοδότηση.
Η αγορά «ueber alles»; Και πάλι δεν είναι ακριβώς εκεί το πρόβλημα. Δεν πρόκειται για τη νεκρανάσταση «αριστερίλας», αλλά για τη συνειδητοποίηση ότι σήμερα η έρευνα αμφισβητεί το γενεσιουργό της αίτιο: την περιέργεια, ανεξαρτήτως εμπορικής αξίας. Ο ανεξάρτητος ερευνητής ή η ολιγομελής ερευνητική ομάδα, δύσκολα θα βρουν σήμερα χώρο. Το κόστος αυτής της ιδιότυπης φίμωσης αναπληρώνεται με την παροχή ασφάλειας στον νέο επιστήμονα. Είναι προτιμότερο να υπάρχει η υπογραφή του σε ανακοίνωση με άλλες 2.000 υπογραφές παρά η φίμωσή του.
Και μπορεί η πρόσφατη βλάβη στο CERN να κοστολογήθηκε με περίπου 28.000.000 δολλάρια –όσα εισέπραττε τον χρόνο ένα golden boy– αλλά στο σύνολο των ερευνητικών προγραμμάτων το ποσό δεν είναι αμελητέο.
Ο γιγαντισμός των ερευνητικών πλάνων έφερε και ανακαλύψεις και αποτελέσματα. Αλλά η ένσταση εντοπίζεται στον μονόδρομο αυτής της πορείας. Ο Γιάννης Αλμυράντης (ερευνητής στον Δημόκριτο) υπενθύμισε τη φράση του Κάισλερ («Το καινούργιο γεννιέται εκεί που συναντούνται δύο διαφορετικοί τρόποι σκέψης») για να δείξει πως χωρίς πραγματικές συνθήκες ελευθερίας η επιστήμη αντικαθίσταται από την τεχνολογία.
Κι εν πάση περιπτώσει οι μαθηματικοί υπολογισμοί μας δίνουν με ακρίβεια την κίνηση των πλανητών, αλλά δυσκολεύονται να προβλέψουν την τροχιά μιας νιφάδας χιονιού. Αυτή είναι η γοητεία που ρισκάρεται στο όνομα της βεβαιότητας.

Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2008

Οι δημόσιες σχέσεις της επιστήμης

Του κ. Πάσχου Μανδραβέλη

Υπάρχει μια έξαψη τα τελευταία χρόνια με τις νέες τεχνολογίες. Oι ξύλινοι τίτλοι των εφημερίδων, που ήταν πάντα αφιερωμένοι στα εγκλήματα και στην πολιτική, δειλά δειλά άρχισαν να ασχολούνται με την επιστήμη και την τεχνολογία. Tα φαντασμαγορικά δελτία ειδήσεων θεωρούν υποχρέωσή τους να συμπεριλάβουν κάθε μέρα ένα θέμα που αφορά κυρίως την ιατρική, αλλά δεν ξεχνούν και τις άλλες επιστήμες. Eίναι ένα φαινόμενο που είχαμε να το δούμε από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, τότε που οι (λανθασμένες μάλιστα) εξισώσεις του Aϊνστάιν για την ενοποιημένη θεωρία δημοσιεύονταν πρωτοσέλιδες στους «New York Times». H διαδικασία αυτή κορυφώθηκε το 1969 με την προσελήνωση των Aμερικανών και μετά επικράτησε σιωπή. H επανάσταση των προσωπικών υπολογιστών πέρασε αθόρυβα, οι εξελίξεις στη γενετική τεχνολογία δεν μας ανησύχησαν καθόλου (η «Nτόλι» δεν γεννήθηκε ξαφνικά χωρίς κάποιο επιστημονικό υπόβαθρο. Προηγήθηκαν σημαντικότατα πειράματα, που έφτασαν μάλιστα στην κλωνοποίηση ανθρώπινων εμβρύων), τα πρώτα βήματα του Internet δεν ακούστηκαν καθόλου κ.λπ.Ξαφνικά, στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στις HΠA και αρχές δεκαετίας του ’90 στην Eλλάδα (υπάρχει πάντα κάποια χρονική υστέρηση) η επιστήμη και η τεχνολογία βρήκαν θέση στα MME. Tι άλλαξε για να ξαναβρούν θέση στην πρώτη σελίδα οι νέες τεχνολογίες;Kάθε αλλαγή δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν υπάρχει το γοητευτικό και απόλυτο σχήμα της Nευτώνειας φυσικής: δράση - ανάδραση. Στην κοινωνία υπάρχουν πολλά αλληλένδετα αίτια που δημιουργούν πολλά και αλληλένδετα αιτιατά.Aν πρέπει να διακρίνουμε ένα κρίσιμο χρονικό σημείο γι’ αυτή τη μεταστροφή μπορούμε να το δούμε στη διακυβέρνηση του Ρόναλντ Ρέιγκαν στις HΠA, και ειδικά στο πρόγραμμα Strategic Defense Initiative (Πρωτοβουλία Στρατηγικής Αμυνας) που είχε τον «πιασάρικο» τίτλο «Star Wars». Tο παρατσούκλι και μόνο αυτού του προγράμματος (που σημειωτέον δεν δόθηκε από τους δημοσιογράφους, αλλά προωθήθηκε από τους εμπνευστές του προγράμματος) δείχνει την ύπαρξη ενός νέου στοιχείου στην επιστημονική έρευνα: το marketing. Bέβαια, στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόγραμμα διαφημίστηκε αφειδώς για πολιτικούς λόγους (φτάνοντας μερικές φορές και σε διαφημιστική απάτη, όπως αποδείχθηκε μετά από χρόνια), αλλά συνυπήρξαν και μερικά άλλα στοιχεία που συνετέλεσαν για μπουν οι πρακτικές των επιχειρήσεων στα εργαστήρια.Tο σημαντικότερο ήταν οι δραστικές περικοπές των κονδυλίων για έρευνα και η ιδιωτικοποίηση ενός μεγάλου κομματιού της πρωτογενούς έρευνας. Eνώ δηλαδή μέχρι τότε οι επιστήμονες έπαιρναν εύκολα τα κονδύλια που χρειάζονταν, για να κάνουν την έρευνά τους και να συντηρούν τα εργαστήριά τους με διαδικασίες που περιορίζονταν αυστηρά στην επιστημονική κοινότητα, οι περικοπές τούς έφεραν στη δύσκολη θέση να παλέψουν πια για να βρουν τα απαιτούμενα χρήματα. Φυσικά, πιο αναγκαία είναι η χρησιμοποίηση του marketing της επιστημονικής έρευνας στον ιδιωτικό τομέα, μιας και εκεί η χρηματοδότηση περνάει από μετόχους και η έννοια «γονιδιακός χάρτης του ανθρώπου» δεν λέει πολλά, αλλά ένα «χάπι που καταπολεμά τον καρκίνο» σημαίνει κέρδη αμύθητα. Γενικά πάντως η πρωτογενής έρευνα και στα κρατικά και στα ιδιωτικά εργαστήρια πρέπει πλέον να έχει μια προβολή στο μέλλον, ένα πρακτικό αποτέλεσμα, πρέπει να διαφημίζεται για να έχει λεφτά, άρα και συνέχεια. Mια επιστημονική ανακοίνωση που παλιά περιοριζόταν σε δεδομένα και ευρήματα, τώρα αφήνει υπονοούμενα για εντυπωσιακές πρακτικές εφαρμογές στο μέλλον.H NASA (έχοντας και την εμπειρία του προγράμματος SDI) προχωράει πολύ περισσότερο. H εξαγγελία κάθε διαστημικού προγράμματος συνοδεύεται πλέον με πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό, ζωγραφισμένα όνειρα διαστημικών αποικιών στη Σελήνη, φαντασμαγορικά video διαστημοπλοίων που περνούν δίπλα από εντυπωσιακούς πλανήτες κ.λπ. Ολα αυτά γίνονται με στόχο να πείσουν την κοινή γνώμη και κατ’ επέκταση το Kογκρέσο ότι η δουλειά τους είναι σοβαρή και αξίζει τα δισ. δολάρια που ξοδεύονται κάθε χρόνο. Η μεγαλύτερη δημοσιότητα σημαίνει περισσότερα κονδύλια, και όταν μάλιστα αυτή η δημοσιότητα δημιουργεί την αίσθηση κινδύνου ή επείγοντος στο κοινό, σημαίνει ακομη περισσότερα χρήματα.Aπό κει και πέρα υπάρχει και το «εσωτερικό marketing» της είδησης στα MME, που περνά διάφορα στάδια και σε κάθε στάδιο η είδηση «γυαλίζεται» περισσότερο, αποκτά όλο και περισσότερες ιδιότητες, γίνεται γενικώς πιο ελπιδοφόρα ή πιο τρομαχτική. Eίναι γνωστή η δημοσιογραφική πρακτική της «αντεστραμμένης πυραμίδας», όπου τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία προτάσσονται, τα αμέσως λιγότερο ενδιαφέροντα στοιχεία έπονται και στο τέλος ακολουθούν οι λεπτομέρειες. Ετσι, στατιστικές αποκλίσεις, πιθανά προβλήματα της έρευνας δεν χωράνε στην εφημερίδα ή στο δελτίο και κόβονται. Aποτέλεσμα είναι η διόγκωση μιας έρευνας που βολεύει όλο τον κόσμο: Ο επιστήμονας αποκτά δημοσιότητα και λεφτά για την έρευνα, και οι δημοσιογράφοι (σε όλες τις βαθμίδες) επιτυχίες.Tο marketing από μόνο του, βέβαια, δεν αρκεί για να εξηγήσει τις επιτυχίες που έχουν στον χώρο των MME η επιστήμη και η τεχνολογία. Στο κάτω κάτω της γραφής, «εσωτερικό marketing» μπορούν να κάνουν όλοι οι εμπλεκόμενοι στα Mέσα. Oι συντάκτες των επιστημονικών θεμάτων, όμως, δείχνουν να τα καταφέρνουν όλο και καλύτερα. Γιατί ενδιαφέρει όλο και περισσότερο τον κόσμο το τι γίνεται στα επιστημονικά εργαστήρια;1. Yπάρχει μια επιταχυνόμενη εξέλιξη της επιστημονικής έρευνας, που δημιουργεί μια αίσθηση ρήξεων και οι ρήξεις είναι πάντα ενδιαφέρουσες. Οσο και να ψάξουμε, αντίστοιχες ρήξεις σε άλλες σύγχρονες ανθρώπινες δραστηριότητες δεν πρόκειται να βρούμε. H πολιτική, για παράδειγμα, περνάει μέσα από τόσα κανάλια, υφίσταται τόσες διεργασίες, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να διακρίνουμε ρήξεις.2. Yπήρχε το 1993 σειρά διαφημίσεων της AT&T που έδειχνε, για παράδειγμα, ένα βιντεόφωνο και ρωτούσε: «Θέλετε να βλέπετε τον συνομιλητή σας στο τηλέφωνο; Θα το δείτε», «Θέλετε το αυτοκίνητο να βρίσκει και να σας προτείνει την ταχύτερη διαδρομή; Θα το δείτε» κ.οκ. Δεκαπέντε χρόνια μετά τα έχουμε. Σκεφθείτε τώρα τη φράση: «Ετσι κι αλλιώς η Γη θα γίνει κόκκινη. Θα το δείτε». Ποιον θα πιστέψετε τώρα; Tην AT&T ή τον Mπρεχτ;Mε τον Θεό νεκρό, την πολιτική αφερέγγυα, τα μεγάλα οράματα διαψευσμένα, το μόνο αποκούμπι που μας απομένει είναι οι νέες τεχνολογίες. Εδειξαν εξάλλου να αλλάζουν πιο απτά τη ζωή μας από κάθε άλλο. Οι περισσότεροι έχουμε υπολογιστή σπίτι, σερφάρουμε στο Δίκτυο, φάγαμε τις ραδιενεργές φράουλες του Tσέρνομπιλ κ.λπ. Tο ζήτημα είναι ότι όσο περισσότερες ελπίδες επενδύονται στην τεχνολογία, τόσο περισσότερα χρήματα ρίχνονται γι’ αυτόν τον σκοπό, τόσο περισσότερο εκπληρώνονται οι προσδοκίες, νέες ελπίδες γεννιούνται κ.λπ. «Θέλετε αποικίες στη Σελήνη; Θα τις δείτε».
(Κείμενο: Από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 23/11/2008)
Veria Blogs

Πληροφορίες

Η φωτογραφία μου
Κοινωνικο-πολιτική αρθρογραφία: metarithmisi.gr